Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Σμιλεύω στους βράχους .... {Γιούλη Τσουρεκά}


Σμιλεύω στους βράχους .... {Γιούλη Τσουρεκά}

Χρόνια τώρα σμιλεύω στους βράχους
μόνη κι αδιαίρετη τη κάθε μέρα που περνά
τη κάθε μέρα που μετρώ με σημασία, 
αντέχω ακόμη να χαράζω τη λεπτομέρεια 
της μέρας μου στη πέτρα, στο βράχο,
να μείνει για πάντα ανεξίτηλη για
να θυμίζει της ζωής μου το
παράδοξο το πανηγύρι.. σαν παρωδία κάτι..
Κι αν παραζαλιστώ και χάνω τη σταθερότητα
των χεριών μου και χάνω το σμίλευμα στο βράχο,
ματώνουν τα νύχια μου, πετώ το μαχαίρι κι
αρχίζω να γδέρνω απεγνωσμένα, να
χρησιμοποιώ τα νύχια μου για να γράψω
στο τραχύ το βράχο..
Είναι η μόνη Λύση για να αποδείξω
πως είμαι Δυνατή κι έχω Πυγμή για
να Χαράξω την Αλήθεια στους Αιώνες,
να την τραγουδούν οι γλάροι, ποτέ μα ποτέ
να μην τη σβήσει η αλμύρα της Θάλασσας..
Συνεχίζω να χαράζω τη κάθε λέξη στα λιθάρια,
στις πέτρες, στα βράχια με Πόθο, ακάθεκτη.
Φτιάχνω μεγάλες βαθειές αυλακιές,
νιώθω μία ικανοποίηση, μία απέραντη
ηδονή να με πλημμυρίζει από τα μαλλιά μου
ως τα νύχια μου, να παραληρώ στο έργο μου
αυτό γιατί γνωρίζω καλά τη παντοδυναμία
της Γραφής και της Αλήθειας..
Πάνω στη Πέτρα της Καρδιάς μου για να
τηρήσω τη περηφάνια μου, ποτέ να μην λυγίσω
σε όσα ανύπαρκτα μου υποσχέθηκαν.
Θάρρος. Πείσμα. Ελπίδα. Ζωή. Λύση..
Στη Λύση κοιτώ πια, όχι στο πρόβλημα..
΄Ακου με που σου λέω Ακριβέ μου..
έχω περάσει πολλά, δεν αντέχω ξανά
το κρέμασμα στα Κάγκελα της Ουτοπικής
δήθεν και πρόσκαιρης ευτυχίας..
Ανύπαρκτα όλα και ρηχά,
ψεύτικα, φθηνά, απροκάλυπτα φτωχά..
΄Οχι άλλη ταπείνωση.. Σηκώθηκα ΄Ορθια..
Κάποια νύχτα σκοτεινή και παγωμένη,
θα΄ρθω εκεί που δεν το περιμένεις
να σ΄ανταμώσω στη συμβολή δύο δρόμων..
κι αν πάλι χαθείς, τότε τεκμηριώνεις τη δειλία σου..
Θα΄ρθω μία νύχτα νυχοπατώντας να σου φέρω
καθαρό νερό να πιες από τη λακκούβα που έσκαβα
τόσο καιρό στο βράχο για να γράψω την Ιστορία Μας..
Είναι γάργαρο, καθαρό νερό πηγής,
δεν είναι γλυφό της Θάλασσας..
γι΄αυτό έσκαψα με τα νύχια μου..
για δύο πράγματα...
για την Ιστορία μας και
για να σε ξεδιψάσω με το νερό που
καθάρισα με τα ματωμένα χέρια μου
στις Αλυκές της αλμυρής ψυχής μου,
της ματωμένης, αυτής που έριξες
αλάτι και φεύγοντας με άφησες
μόνη να Ουρλιάζω στον αφόρητο Πόνο.
Θα΄ρθω αθόρυβα να μην ταράξω
την Καλοκαιρινή Ραστώνη Σου...{Γ.Τ.}
Δημοσίευση σχολίου