Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Χωρίς Επιστροφή..


Συνέχεια :  Χωρίς Επιστροφή .. - Γιούλη Τσουρεκά

Βρισκόμαστε στα μαύρα χρόνια της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα. Τα αστικά κέντρα λιμοκτονούν, θερίζουν η πείνα, οι αρρώστειες, οι κακουχίες του άμαχου πληθυσμού, των γυναικόπαιδων, των γερόντων.  Καθημερινό φαινόμενο οι θάνατοι ανθρώπων στο δρόμο. Τα εγκλήματα των γερμανών εναντίον των πατριωτών που κάνουν Αντίσταση στους ναζί. Το ψωμί δίνεται με το δελτίο. Μία μικρή φέτα απροσδιόριστης ποιότητας ψωμιού την ημέρα για κάθε άνθρωπο. Φρίκη. Έπαιρναν το δελτίο ψωμιού από τις τσέπες των ανθρώπων που πέθαιναν στο δρόμο, προκειμένου να πάρουν τη φέτα τού ψωμιού τους.
Για να μην διακινδυνεύσει η ζωή του πατέρα μου, το σπίτι της γιαγιάς μου στα Αναφιώτικα πού ήταν προικώο από τους γονείς της, πουλήθηκε το 1942 σε μαυραγορίτη για μερικά τρόφιμα. Η γιαγιά μου και ο πατέρα μου νοίκιασαν δύο δωμάτια στην οδό Τριπόδων 10 σε μία στενή φίλη της γιαγιά μου την κυρία Ελένη. Νοίκιασαν.. τρόπος του λέγειν. Η γιαγιά μου δεν πληρωνόταν από το Νοσοκομείο Παίδων Νταού Πεντέλης όπου και εργαζόταν. Τής έδιναν για αντάλλαγμα ελάχιστα τρόφιμα. Λίγα χρήματα έπαιρνε από το ραφτάδικο, αλλά και αυτά δεν είχαν καμία αξία στη γερμανική κατοχή εφόσον είχαν καταστεί πληθωριστικά. Δηλαδή, χρειαζόσουν 2 εκατομμύρια δραχμές για να αγοράσεις από τον μαυραγορίτη μία πλάκα σαπούνι!! Το 1943, ο πατέρας μου σε ηλικία 16 ετών οργανώνεται στην ΕΠΟΝ πού ήταν η νεολαία του Ε.Α,Μ. (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο).

Ακριβώς το έτος 1943 το Ε.Α.Μ. ιδρύει την ΕΠΟΝ όπου και αρχίζει η πολιτική δράση του πατέρα μου μέσα από τις δυνάμεις της Νεολαίας  με στόχο την Αντίσταση κατά της ναζιστικής μπότας που σκότωνε καθημερινά κι ανελέητα το Λαό μας.

Το 1943, το ΕΑΜ ιδρύει την νεολαία της ΕΠΟΝ, που δημιουργήθηκε μετά την συγχώνευση έξι νεολαιών, με στόχο την ενίσχυση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, με μεγάλη συμβολή.
Η ΕΑΜική αντίσταση, χάραξε μερικές από τις πιο λαμπρές σελίδες της ελληνικής ιστορίας, χωρίς προηγούμενο. Ήταν ένας παλλαϊκός μαχητικός ξεσηκωμός του λαού για εθνική απελευθέρωση. Το ΕΑΜ, ήταν αυτό που διοργάνωσε τις μαχητικές διαδηλώσεις στην Αθήνα του 1941, την πρώτη παμφοιτητική απεργία, τις απεργίες πείνας των αναπήρων στα νοσοκομεία της Αθήνας κ.α. Ήταν το ΕΑΜ που κυκλοφόρησε το 1942 την εφημερίδα «Ελεύθερη Ελλάδα», που οδήγησε στην πρώτη πανελλαδική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων. Οι απεργίες, διαδέχονταν η μια την άλλη και γίνονταν όλο και πιο μαχητικές, ενώ οι χώροι που απελευθέρωνε ο ΕΛΑΣ, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Το 1942, ανατινάζεται η γέφυρα του Γοργοποτάμου, που έμεινε στην ιστορία ως μία από τις πιο επιτυχημένες στρατιωτικές επιχειρήσεις στην διάρκεια του Β’ΠΠ.
Το κλίμα φουντώνει και στις απεργίες του Ιούλη του 1944, χιλιάδες Αθηναίοι υψώνουν πλακάτ εναντίον της επέκτασης του βουλγάρικου φασισμού, ενώ οι ιαχές «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ» ακούγονται παντού. 30 νεκροί, 300 και πλέον τραυματίες είναι τα θύματα. Η επέκταση της βουλγαρικής επέκτασης ματαιώνεται… Η απελευθέρωση της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου το 1944, βρήκε την Αθήνα πλημμυρισμένη από μία λαοθάλασσα, σημαιοστολισμένη, με τον λαό να φωνάζει συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Οι μέρες της σκλαβιάς από το φασισμό είχαν τελειώσει και οι μαχητές του ΕΛΑΣ, κατέβασαν από την Ακρόπολη τη γερμανική σημαία, για να υψώσουν την ελληνική. Οι αγώνες του ΕΑΜ, οι θυσίες των Ελλήνων κομμουνιστών για την ελευθερία της χώρας, έμειναν χαραγμένες στις συνειδήσεις του ελληνικού λαού. Η ΕΑΜική αντίσταση, θα παραμένει πάντα φάρος για την νέες γενιές, για τις στρατιές των εργατών που παλεύουν για το νέο κόσμο, για τις καινούργιες μάχες που έρχονται!
Σκοποί της ΕΠΟΝ αναφέρονταν στο ιδρυτικό κείμενό της:
  • Η εθνική απελευθέρωση με βάση την ακεραιότητα της Ελλάδας.
  • Η εξόντωση του φασισμού και η αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας .
  • Η καταπολέμηση των ιμπεριαλιστικών πολέμων και η υπεράσπιση της ειρήνης με βάση την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών.
  • Η υπεράσπιση των οικονομικών, πολιτικών, εκπολιτιστικών και μορφωτικών δικαιωμάτων και επιδιώξεων της νέας γενιάς.
Στο ιδρυτικό κείμενο η ΕΠΟΝ αυτοπροσδιορίζεται ως οργάνωση εθνικοαπελευθερωτική, αντιφασιστική-προοδευτική, αντιπολεμική-φιλειρηνική. Γεγονός είναι ότι η ΕΠΟΝ ανδρώθηκε μέσα σε μια κρίσιμη εποχή. Κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες φέρεται ότι περί αυτής είχαν συσπειρωθεί πανελλαδικά περισσότεροι από 600.000 νέοι και νέες, ενώ περί τους 30.000 εξ αυτών είχαν ενταχθεί στον ΕΛΑΣ. Εμβατήριο της ΕΠΟΝ ήταν το "Εμπρός ΕΠΟΝΙΤΕΣ". Άλλη χαρακτηριστική επωδός που επαναλάμβαναν οι Επονίτες ήταν:"ΕΠΟΝ, ΕΠΟΝ, είσ΄ ο εχθρός των φασιστών,άξια γενιά των δουλευτών,καμάρι του λαού ΕΠΟΝ".

.............Συνεχίζεται...............


Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017


Μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή .. - Γιούλη Τσουρεκά.

Στον πρωτόγνωρο βαρύ Χειμώνα του 1941 στην Αθήνα, με σχεδόν καθημερινές χιονοθύελλες μέση στη Πόλη των Αθηνών, με την πείνα να θερίζει και τούς πεινασμένους νεκρούς ανθρώπους να κείτονται στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, σε κάθε γωνιά και γειτονιά. Τους εγκατέλειπαν οι δυνάμεις τους από το βαρύ ψύχος, τις κακουχίες, την πείνα που δεν μπορούσαν να αντέξουν όταν περνούσαν πάνω από είκοσι ημέρες χωρίς φαγητό. Θέριζαν οι αρρώστιες, οι γαστρεντερίτιδες καθότι ο κόσμος έψαχνε στα σκουπίδια να φάει μία σάπια πατατόφλουδα. Όλα αυτό μέσα στο Κέντρο της Αθήνας. Στην Πλάκα όπου ζούσε ο πατέρας μου, συγκεκριμένα στα Αναφιώτικα τότε, δεν υπήρχε ούτε ψίχουλο. Η μητέρα του πού εξακολουθούσε να εργάζεται στο Νοσοκομείο Παίδων Νταού Πεντέλης, δεν μπορούσε να φέρει παρά μονάχα λίγο ψωμί ή μπομπότα. (Ψωμί με καλαμποκάλευρο κακής ποιότητας), αλλά όταν έχεις 15 μέρες να φας σού φαίνεται παντεσπάνι. Τι να λέμε τώρα.! Ακόμη και στο Νοσοκομείο, υπήρχε μεγάλη έλλειψη τροφίμων και όχι μόνον. Είχαν εγκαταλειφθεί και ρημαχθεί τα πάντα από τις δυνάμεις κατοχής των γερμανών, οι οποίοι είχαν επιτάξει όλες τις αποθήκες τροφίμων που υπήρχαν τόσο στην Πρωτεύουσα, όσο και στην υπόλοιπη Ελληνική Περιφέρεια. Αν και στην Ελληνική Περιφέρεια από θέμα φαγητού τα πράγματα ήσαν κάπως καλύτερα. Τον Φλεβάρη του 1941 ο πατέρας μου είχε να φάει πάνω από δεκαπέντε ημέρες. Έπινε πολύ νερό και έτρωγε μία φέτα ψωμί την ημέρα. Δεκατεσσάρων ετών παιδί στην εφηβεία του, που είναι επάνω στην σωματική, ψυχική και νοητική ανάπτυξή του ένας έφηβος, πως μπορεί να χορτάσει και να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού του με μία φέτα ψωμί ημερησίως? Φρόντιζε όσο μπορούσε να κοιμάται για ξεχνάει την πείνα του. Το κασελάκι με τους ξηρούς καρπούς δεν υπήρχε πια. Πού να βρεθούν προς πώλησή τους και ποιοι να τους αγοράσουν? Μία πήγαινε σχολείο μία δεν πήγαινε.. Έχω δει μία φωτογραφία του εκείνης της Εποχής, Κατοχική Φωτογραφία και είναι σαν ένα μικρό κλαράκι με κάτι ποδαράκια σαν καλαμάκια και με πρησμένη κοιλιά από την πείνα. Μία μέρα μαζί με συνομηλίκους του γείτονες από την Πλάκα αποφάσισαν να πάνε με τα πόδια ως τον Σταθμό Λαρίσης. Εκεί που είναι οι αναχωρήσεις των τραίνων. Είχε πέσει σύρμα, πληροφορία πως στην Κόρινθο έχει σταφίδες και θα πήγαιναν να πάρουν από τους χωρικούς ή ακόμη να να ξεχυθούν στα χωράφια για να μαζέψουν ό,τι φαγώσιμο θα έβρισκαν. Ασφαλώς και δεν έφυγαν ως κανονικοί επιβάτες μέσα στα βαγόνια.!! Αστείο Πράγμα.!! Χρειάζονταν εισιτήριο. Πού να το βρουν? Έτσι λοιπόν,  λίγο πριν ξεκινήσει το τραίνο με προορισμό την Κόρινθο, με το ξεκίνημά του, σκαρφάλωναν στις οροφές των βαγονιών και ναι, με αυτό το τρόπο ταξίδευαν ως το Νομό Κορινθίας με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους, τον οποίο κίνδυνο αφ΄ενός μεν δεν συναισθάνονταν , δεν είχαν την αίσθηση του κινδύνου, αφ΄ετέρου δε, ο στόχος τους ήταν συγκεκριμένος. Να φτάσουν όπου και όπως μπορούσαν για την προμήθεια των όποιων τροφίμων θα μπορούσαν στην ουσία να πάρουν από τα χωράφια ή με την επαιτεία από τους χωρικούς της περιοχής. Δυστυχώς δεν υπήρχαν πολλές λύσεις για επιβίωση, ούτε πολυτέλεια για τρόπους νόμιμης συμπεριφοράς, καθότι δεν είχαν καθόλου χρήματα. Η μαύρη αγορά στην Αθήνα θέριζε τον Κόσμο. Οι μαυραγορίτες και πολλοί εξ΄αυτών ήσαν και συνεργάτες των γερμανών, λυμαίνονταν τις όποιες λίγες οικονομίες των οικογενειών ή αντικείμενα που υπήρχαν στα σπίτια του κόσμου, είτε ακόμη τα ίδια τους τα σπίτια, για να τους δώσουν ως αντάλλαγμα μερικών ημερών επιβίωσης και ψευδαίσθησης να λυτρωθούν από την ανελέητη πείνα,  λίγο αλεύρι, ή λίγο ρύζι, ζάχαρη, ρεβύθια,  το να πάρεις λάδι δε,  αυτό κι αν ήταν! Οι μαυραγορίτες ζητούσαν και έπαιρναν σπίτια προκειμένου να δώσουν ένα ντενεκέ λάδι κι αυτό νοθευμένο.
Μόνο όλοι όσοι έζησαν τις κακουχίες γνωρίζουν τα μαρτύρια που βίωσε ο ελληνικός λαός στην γερμανική κατοχή.  Ο πατέρας μου, διηγώντας τα, πάντα έτρεχαν βρύσες αστείρευτες δάκρυα τα μάτια του..

Συνεχίζεται....................


Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017


Μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή.. - Γιούλη Τσουρεκά


Στις 4 Αυγούστου 1936 ο Ι. Μεταξάς επιβάλλει το δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου ήταν μόλις δέκα χρονών παιδί, ορφανός από πατέρα από τα τέσσερά του χρόνια. Πήγαινε τετάρτη δημοτικού. Έχασε και μία σχολική χρονιά λόγω απουσιών κι αυτό διότι είχε αρρωστήσει από βαριά πνευμονία, αλλά και από το γεγονός ότι η μητέρα του, η γιαγιά μου έκανε κάθε τι που μπορούσε για να αποφύγει την "στράτευση" του γιου της στη νεολαία του Ι.Μεταξά στην Ε.Ο.Ν., στην οποία τελικά κατάφερε να μην "στρατευτεί" στο φασιστικό μόρφωμα της εποχής εκείνης. Πέτρινα Χρόνια. Δύσκολα από κάθε πλευρά και όπως πάντα για τα φτωχά και αδύναμα στρώματα του Κόσμου. Ο πατέρας, συνέχιζε το σχολείο και ταυτόχρονα δούλευε ως μικροπωλητής με τους ξηρούς καρπούς στα θεάματα της Αθήνας, επίσης πήγαινε τις Κυριακές στον "Βασιλικό" - Εθνικό Κήπο, - Βασιλικός λέγονταν βέβαια ακόμη λόγω και της Βασιλείας στην Ελλάδα και έμεινε καθότι τον είχε επιμεληθεί η πρώτη ξενόφερτη βασίλισσα στην Ελλάδα, η Αμαλία. Επί Εποχής Βασιλέα Όθωνα. Έτσι πήγαινε και στο Ζάππειο και στην Αίγλη που από εκείνα τα χρόνια ήταν το στέκι των Αστών της Εποχής αλλά και πολλών ανθρώπων του καλλιτεχνικού χώρου, όπως ζωγράφων, γλυπτών, ηθοποιών, λογοτεχνών, ποιητών και γενικά ανθρώπων του πνεύματος της δεκαετίας του 1930. Έτσι λοιπόν ξεκινώντας την Πέμπτη Τάξη του Δημοτικού τον Οκτώβρη του 1940 κηρύσσεται ο Ελληνο-Αλβανικός Πόλεμος. Ως τις αρχές του Δεκέμβρη τα πράγματα στην Αθήνα ήσαν κάπως καλά, ο Κόσμος μπορούσε να βρει λίγα βασικά τρόφιμα όμως κι αυτά πανάκριβα για τα βαλάντια των λαϊκών στρωμάτων. Κι έρχεται ο τρομερός Χειμώνας του 1941, που όμοιό του δεν είχε ζήσει το Κέντρο της Αθήνας και οι πολίτες της. Γυναικόπαιδα κατά βάσει, εφόσον η πλειοψηφία των αντρών πολεμούσαν στο Αλβανικό Μέτωπο τους Ιταλούς. Καθημερινές χιονοθύελλες, αφόρητο κρύο, έλλειψη φαγητού και θέρμανσης και έτσι ξεκινάει ο μεγάλος λιμός στην Αθήνα και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας μας. Ο Μεγάλος Λιμός στην Ελλάδα (1941-1944) κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της χώρα από τις δυνάμεις του Άξονα, υπήρξε το αποτέλεσμα κυρίως των αυθαιρεσιών των κατακτητών εις βάρος της χώρας. Τα περισσότερα θύματα, που στο σύνολό τους υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες, ήταν στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Ιδιαίτερα ο πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942 υπήρξε πολύνεκρος.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κατοχικές δυνάμεις, ΓερμανίαςΒουλγαρίας και Ιταλίας (Τριπλή Κατοχή της Ελλάδας) προχώρησαν σε συστηματική καταλήστευση των κατεχόμενων χωρών, καθώς τις θεωρούσαν πηγή πρώτων υλών, τροφίμων και εργατικού δυναμικού.[Η Ελλάδα βίωσε ιδιαίτερα έντονα την άμετρη δραστηριότητα των κατακτητών με αποτέλεσμα να υποστηριχθεί ότι βίωσε τον χειρότερο λιμό από τους αρχαίους χρόνους.
Με την κατάληψη της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, το ναζιστικό διοικητικό σύστημα είχε ως κύριο στόχο τη δημιουργία μιας στοιχειώδους κρατικής μηχανής στην Ελλάδα και την ύπαρξη πολλών πόλων εξουσίας. Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση σχηματίστηκε υπό τον Γεώργιο Τσολάκογλου λίγες ημέρες αφού είχε υπογράψει την συνθηκολόγηση της χώρας κατά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα χωρίστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής, οι Γερμανοί περιορίστηκαν σε περιοχές στρατηγικές σημασίας: θύλακες στην Αττική, Θεσσαλονίκη και κεντρική Μακεδονία, ορισμένα νησιά του Αιγαίου, το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης και την όχθη του Έβρου. Οι Ιταλοί κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας, ενώ οι Βούλγαροι την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.
Εν τω μεταξύ τις λαϊκίστικες και "εθνοσωτήριες" δηλώσεις του ναζιστικού καθεστώτος αμέσως υπονόμευσε η επιβολή τριπλής κατοχής, με την επακόλουθη κατάληψη ελληνικών εδαφών από τον ιταλικό και τον βουλγαρικό στρατό. Πολύ σύντομα όμως θα ξεχαστούν και οι ανέξοδες φιλελληνικές διακηρύξεις των πρώτων ημερών θα μετατραπούν σε κατηγορίες κατά της ελληνικής κυβέρνησης ως "υπηρέτη" των βρετανικών συμφερόντων.
Ο ψευδεπίγραφος φιλελληνισμός και η δήθεν αναγνώριση της αρχαιοελληνικής καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων από τη ναζιστική ηγεσία, που προσωρινά ενισχύθηκε από τις πολεμικές επιτυχίες της Ελλάδας στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, υποτάχθηκε τελικά στα πλαίσια της "Νέας Τάξης" του Γ' Ράιχ: έγιναν δημοφιλείς πλέον οι απόψεις του Φαλμεράυερ, ότι οι Έλληνες έχουν φυλετικά διαβρωθεί και επομένως δεν έχουν θέση στις "ανώτερες" φυλετικές τάξεις.
Η δοσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν φυσικά αδύνατο να αμβλύνει τις συνέπειες της κατοχικής πραγματικότητας, του υπερπληθωρισμού και των ανεξέλεγκτων επιτάξεων. Χαρακτηριστικά, τα υπέρογκα έξοδα που "όφειλε" η Ελλάδα προς τους κατακτητές υπήρξαν τα υψηλότερα κατά κεφαλήν της κατεχόμενης Ευρώπης, που έφτασαν στο 113,7% του Εθνικού Εισοδήματος της χώρας. Επίσης η επιδρομή στα συναλλαγματικά αποθέματα των τραπεζών κατάφερε και αυτή καίρια πλήγματα στα οικονομικά μεγέθη.
Ήδη από τα μέσα Μαΐου του 1941, αξιωματούχοι του Γραφείου Πολεμικής Οικονομίας της Βέρμαχτ κατάσχεσαν όλα τα διαθέσιμα ζωτικής σημασίας εμπορεύματα και τα βιομηχανικά προϊόντα, προκειμένου να τα αποστείλουν στη Ναζιστική Γερμανία. Επίσης, εξασφάλισαν μακράς διάρκειας παραδόσεις για όλα τα σημαντικά ακατέργαστα υλικά και τα αγροτικά προϊόντα. Κατά παράβαση των κανόνων περί επιτάξεων σε κατεχόμενη χώρα, σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Χάγης του 1907, οι γερμανικές και οι ιταλικές κατοχικές αρχές αντιμετώπισαν τα περισσότερα προϊόντα ως λάφυρα πολέμου.
Επιχειρήσεις που δεν δέχονταν να συνεργαστούν με τις κατοχικές αρχές, δημεύονταν και τα κινητά της περιουσιακά στοιχεία (μηχανήματα κάθε είδους) αποστέλλονταν στο Γ΄ Ράιχ για εκμετάλλευση.
Γενικότερα δεν ήταν προτεραιότητα του Γ΄ Ράιχ η προστασία των οικονομικών δομών των κατεχόμενων χωρών ή έστω η διατήρηση του ελάχιστου αποθεματικού σε τρόφιμα και πρώτες ύλες για την επιβίωση του πληθυσμού. Προείχε η στήριξη της στρατιωτικής μηχανής και η νίκη της Γερμανίας στον Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν ασύμβατες με τις ανθρωπιστικές ανάγκες. Σε αυτά τα πλαίσια οι επιτάξεις και δεσμεύσεις δημόσιων και ιδιωτικών αποθεμάτων διοχετεύθηκαν για τη συντήρηση του γερμανικού στρατού και του γερμανικού πληθυσμού του Γ΄ Ράιχ. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του Γκέρινγκ:
Καρφί δεν μου καίγεται όταν μου λέτε ότι οι άνθρωποι της ζώνης ευθύνης σας πεθαίνουν από την πείνα. Αφήστε τους να πεθάνουν εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός.
Επιπρόσθετα λόγω και των πολεμικών συγκρούσεων που είχε βιώσει ο τόπος οι υποδομές ήταν κατεστραμμένες: γέφυρες, σιδηροδρομικό δίκτυο, αρδευτικά έργα. Από την άλλη πλευρά οι κατακτητές μετέτρεψαν την Ελλάδα σε βάση ανεφοδιασμού για τα γερμανικά στρατεύματα του Ρόμελ που βρίσκονταν τότε στην Βόρεια Αφρική. Η πλήρης αδιαφορία και καταδυνάστευση του άμαχου πληθυσμού από τις κατοχικές αρχές ήταν ποικιλόμορφη: οι μεταφορές τροφίμων από τη μία περιοχή στην άλλη ήταν αδύνατη και ως αποτέλεσμα σχεδόν ποτέ δεν έφτασε στην Αθήνα λάδι από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη.
Οι παραδοσιακά εύφορες περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας της Θράκης, που παρείχαν την πλειοψηφία των τροφίμων σε ολόκληρη την χώρα προπολεμικά, είχαν βρεθεί υπό βουλγαρική κατοχή. Οι βουλγαρικές αρχές δεν είχαν καμία διάθεση να διοχετεύσουν την παραγωγή προς την υπόλοιπη χώρα, αλλά πλέον μεταφέρονταν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας.
Τον Σεπτέμβριο του 1941, και ενώ τα πρώτα σημάδια του λιμού διαφαίνονταν, η κυβέρνηση του Γ΄ Ράιχ δήλωνε:
...είναι πολύ πιο επείγον να στηρίξουμε με τρόφιμα το Βέλγιο και ίσως την Ολλανδία και τη Νορβηγία υπό το πρίσμα των στρατιωτικών μας προσπαθειών, από το να στηρίξουμε την Ελλάδα.
Εκτός από τον απάνθρωπο χαρακτήρα των κατοχικών αρχών, μερίδιο ευθύνης φέρει και η Αγγλική κυβέρνηση για την ανθρωπιστική καταστροφή στην Ελλάδα, με την επιβολή ναυτικού αποκλεισμού. Η απόφαση αυτή στέρησε τον ανεφοδιασμό της Ελλάδας με βασικά είδη διατροφής. Επιπρόσθετα, την κατάσταση επιδείνωσε ο ιδιαίτερα ψυχρός πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942.
Ο λιμός έπληξε κυρίως τις μεγάλες πόλεις της χώρας: ΑθήναΠειραιάΘεσσαλονίκη, αλλά και τη νησιωτική Ελλάδα και ιδιαίτερα την Μύκονο, τη Σύρο και τη Χίο. Τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα υπήρξαν τα πιο ευάλωτα, ενώ στις λίστες των θανάτων μεγάλο τμήμα ήταν άνεργοι αλλά και οι εργάτες, οι συνταξιούχοι και οι υπάλληλοι καθώς το χρήμα έχανε ραγδαία την αξία του.
Πολλά θύματα υπήρξαν ανάμεσα στους στρατιώτες του αλβανικού μετώπου. Οι τραυματίες και ασθενείς είχαν αφεθεί στα νοσοκομεία χωρίς μέριμνα και οι υγιείς στρατιώτες από την επαρχία δεν μπορούσαν επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και γίνονταν επαίτες στους δρόμους της Αθήνας και του Πειραιά.
Οι πρόσφυγες του 1922, που ήταν εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα, δοκιμάστηκαν σκληρά καθώς λίγα έτη από την άφιξή τους στη μητροπολιτική Ελλάδα, παρέμεναν σε παραπήγματα στις προσφυγικές γειτονιές των πόλεων. Με την οικονομική κρίση, πολλοί πρόσφυγες εργάτες σε βιομηχανίες και βιοτεχνίες έμειναν χωρίς εργασία και εισόδημα. Επιπλέον δεν είχαν κοινωνικές διασυνδέσεις με άλλους σε καλύτερη τύχη ούτε χωριά στην ύπαιθρο για να καταφύγουν και να επιβιώσουν.
Οι κάτοικοι είχαν εξοικειωθεί με την εικόνα του θανάτου στους δρόμους. Στα απομνημονεύματα του ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, περιγράφει την πρωτεύουσα της χώρας:
Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονται με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλακεία. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους, για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλο. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί.
Σύμφωνα με τα αρχεία των κατοχικών αρχών, που παρουσιάζουν πιο συντηρητικά το μέγεθος του λιμού, ο αριθμός των θανάτων τον χειμώνα του 1941-1942 εκτοξεύτηκε: ο μέσος όρος θανάτων τον Νοέμβριο του 1941 τετραπλασιάστηκε από τον αντίστοιχο της περιόδου 1931-1940, ενώ το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου εξαπλασιάστηκε. Φυσικά η έκταση της ανθρωπιστικής καταστροφής είναι ακόμη πιο δραματική, καθώς ένας μεγάλος αριθμός θανάτων δεν αναφέρονταν στις τότε αρχές. Πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονταν σκόπιμα, προκειμένου τα κουπόνια διατροφής που χρησιμοποιούσαν για τα συσσίτια χρησιμοποιηθούν κυρίως από συγγενείς τους.
Με το ένστικτο της επιβίωσης ιδιαίτερα έντονο, ο κόσμος άρχισε να εφευρίσκει ασυνήθιστες διατροφικές μεθόδους, έτσι συνώνυμο της κατοχικής πείνας γίνονται η μπομπότα, το κουκουτσάλευρο. Παρατηρήθηκαν περιπτώσεις βρώσης σκαντζόχοιρων, ημιόνων και χελωνών.
Τυχεροί μπορούν να θεωρηθούν όσοι ζούσαν σε μέρη όπου υπήρχε παραγωγική, αγροτική και κτηνοτροφική, δραστηριότητα, όσο επέτρεπαν οι κατοχικές συνθήκες. Έτσι στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο δεν σημειώθηκε εκτόξευση του αριθμού των θανάτων από λιμό, παρά μόνο όταν ξεκίνησαν στην περιοχή οι μαζικές εκκαθαρίσεις και εμπρησμοί, το 1943.

Συνεχίζεται...........................
















Μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή..  - Γιούλη Τσουρεκά.

Αγαπητοί Φίλοι Αναγνώστες της Σελίδας μου ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΛΑΤΙΑ, σάς γνωρίζω ότι το μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή, είναι πόνημά μου, το οποίο και γράφω απ΄ευθείας χωρίς να έχω προετοιμάσει σημειώσεις.  Οπότε στην πορεία της συγγραφής μου, πρόκειται να γίνουν σχετικές διορθώσεις που αφορούν συντακτικό, ή γραμματικά φαινόμενα καθώς και συμπλήρωση γεγονότων, ή φράσεων, διαλόγων, ιστορικών γεγονότων της εκάστοτε Εποχής  στην οποία αναφέρομαι σε κάθε Κεφάλαιο.

Σας Ευχαριστώ από Καρδιάς μου για την ανάγνωσή σας στη Σελίδα : ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΛΑΤΙΑ.

Καλή Μας Συνέχεια!


και συνεχίζουμε ... Χωρίς Επιστροφή... 

Τρίτη, 6 Ιουνίου 2017


Μυθιστόρημα  : Χωρίς Επιστροφή  - Γιούλη Τσουρεκά.


Προπολεμικά, ο πατέρας μου κάθε απόγευμα μετά σχολείο, που τότε τα μαθήματα στα σχολεία γίνονταν πρωί και απόγευμα, έτρωγε ό,τι είχε ετοιμάσει αποβραδύς η γιαγιά μου, δεν διάβαζε διότι η προτεραιότητά του, ήταν να πάρει το κασελάκι με τους απλούς ξηρούς καρπούς και τα καραμελώνια της εποχής εκείνης. Συνήθως πέρα από ότι πουλούσε στη διάρκεια της διαδρομής του, πήγαινε σε κινηματογράφους, θέατρα στο κέντρο της Αθήνας καθώς και στο Θέατρο Σκιών στου Σπαθάρη στην Πλάκα, εκεί δίπλα από το φανάρι του Διογένη που έκανε παραστάσεις ο αείμνηστος γνωστός Καραγκιοζοπαίχτης. Από τη μικρή του ηλικία, λόγω της ενασχόλησής του με το κασελάκι του πηγαίνοντας καθημερινά στα ψυχαγωγικά στέκια της Αθήνας, αγάπησε πολύ τον κινηματογράφο και πάρα πολύ το θέατρο. Όσο δε για τον Καραγκιόζη μιμούνταν όλες τις φωνές των ηρώων του Καραγκιόζη. Όταν ήμουν μικρή ακόμη στο σπίτι μας στη Πλάκα στην οδό Τριπόδων, θυμάμαι που τις Κυριακές τέντωνε στην αυλή του σπιτιού ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι. Είχε κατασκευάσει φιγούρες του Καραγκιόζη και μαζευόμασταν όλα τα πιτσιρίκια της γειτονιάς και μας διασκέδαζε απίστευτα με τις παραστάσεις του καθότι έβαζε ή άλλαζε και λόγια με δικά του από διάφορα έργα, ή αυτοσχεδίαζε.
Ποτέ μου δεν ξεχνάω αυτές τις όμορφες Κυριακές. Τις περίμενα πως και τι, διότι όλη την υπόλοιπη εβδομάδα, εργαζόταν στο καφενείο ως αργά το βράδυ.

Συνεχίζεται........................

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017


Μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή - Γιούλη Τσουρεκά.

Ο πατέρας μου

Από το 1948 ο πατέρας μου εργαζόταν ως σερβιτόρος στο Παριανό Καφενείο στην Πλατεία Μητροπόλεως. Γεννήθηκε στα Αναφιώτικα. Ο πατέρας του, ο παππούς μου είχε κουρείο στα Σκαλάκια στα Αναφιώτικα. Πέθανε ξαφνικά μάλλον από ανακοπή καρδιάς σε ηλικία 34 ετών. Ο πατέρας μου δεν τον θυμόταν σχεδόν καθόλου, δεν γνώρισε πατέρα. Η μητέρα του, η γιαγιά μου, έμεινε χήρα στα 30 της χρόνια και δεν ξαναπαντρεύτηκε. Ήταν μία δύσκολη εποχή, με πολλά δεινά. Η γιαγιά μου, η Παναγιώτα, γεννημένη στην Πλάκα Αθήνας το 1896 ήταν μία πολύ δραστήρια γυναίκα. Για την τότε εποχή είχε αποφοιτήσει από το Σχολαρχείο. Από τα 18 της χρόνια, εργαζόταν ως νοσοκόμα στο Νοσοκομείο Παίδων Νταού Πεντέλης. Εξακολούθησε να εργάζεται όλα τα υπόλοιπα χρόνια της και μεγάλωσε τον πατέρα μου μόνη της. Έφευγε στις 5 το πρωί από Αναφιώτικα, περπατούσε ως τις Στήλες του Ολυμπίου Διός όπου εκεί έπαιρνε το λεωφορείο για να πάει στην Πεντέλη. Επέστρεφε 6 το απόγευμα στο σπίτι. Τα χρήματα ήσαν λίγα. Πολύ φτώχεια κι έτσι αναγκαζόταν κάθε βράδυ μετά τις 8μ.μ. μέχρι τις 11.μ.μ να είναι φραγκοραφτού σε ένα ραφείο στα Αναφιώτικα. Φραγκοραφτούδες εκείνη την εποχή ήσαν οι βοηθοί στους ράφτες, δηλαδή έραβαν στριφώματα, καρίκωναν, άνοιγαν κουμπότρυπες, έραβαν κουμπιά.

Εν τω μεταξύ τον Οκτώβρη του 1940 κηρύχθηκε ο πόλεμος με τους Ιταλούς. Ο πατέρας μου ήταν 14ρων ετών. Πήγαινε στο Α΄Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών στην οδό Ανδριανού στην Πλάκα.  Πήγαινε σχολείο ως τον Απρίλη του 1941 που οι Γερμανοί κατακτητές μπήκαν στην Αθήνα. Μαύρα Χρόνια.
Παράλληλα με το σχολείο, από μικρό παιδί στο Δημοτικό στην οδό Σχολείου στην Πλάκα, ήθελε να δουλεύει να βοηθάει τη μάνα του. Δεν αρκούσαν οι δύο δουλειές που έκανε η γιαγιά μου. Τα χρήματα ήσαν ελάχιστα και ο πληθωρισμός κάλπαζε την δεκαετία του 1930, ειδικά από τον Αύγουστο του 1936 με την επιβολή της δικτατορίας από τον Ιωάννη Μεταξά. Έτσι ο πατέρας μου πριν καλά καλά κλείσει τα επτά του χρόνια, είχε πάρει ένα κασελάκι και ως την κήρυξη του Ελληνοαλβανικού Πολέμου, πουλούσε πασατέμπο, στραγάλια και φυστίκια.............

Συνεχίζεται..........................

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017


Μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή  - Γιούλη Τσουρεκά

Όταν φύγαμε από την Πλάκα την χρονική περίοδο των μαύρων χρόνων της χούντας, της κυριαρχίας της χώρας μας από τους φασίστες συνταγματάρχες, πήγαμε στο σπίτι που ήδη είχε χτιστεί στο Περιστέρι. Στο οικόπεδο που αγοράστηκε από τη μάνα μου το 1952.  Βρίσκεται ψηλά σχεδόν αρκετά κοντά με όρια του Χαϊδαρίου.  Τότε η περιοχή είχε ελάχιστα σπίτια. Η γιαγιά μου, η μάνα του πατέρα μου, Πλακιώτισσα γέννημα θρέμμα, έλεγε χαρακτηριστικά,  πως το νέο σπίτι μας είναι στην Εξορία του Αδάμ. Δεν υπήρχε κοντά αγορά, έπρεπε να περπατήσεις ένα χιλιόμετρο για να βρεις μόνο φούρνο και ένα μικρό μανάβικο.........