Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ανεμοδαρμένος βράχος


Η κοινή μας μοίρα, χυμένο μελάνι στο πάτωμα,
δεν μπορεί ν' αλλάξει, δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
΄Εχυσαν το μελάνι μέσα στο νερό, μέσα σε ένα βράδυ,
κάτω από έναν ολοφώτιστο μ' αστέρια ουρανό
κι ας χτύπαγαν τα κύματα σε ανεμοδαρμένο βράχο.

Αν αφεθείς, αν ελεύθερο τον εαυτό σου αφήσεις,
αν ολόγυμνος μείνεις μπροστά σε έναν ολόσωμο καθρέφτη,
να κοιτάζεις το είδωλό σου από έξω, προς τα μέσα,
θα δεις έναν άλλον άνθρωπο να περνά, μέσα,
στο βάθος του καθρέφτη.

Τον άνθρωπο αυτόν που μέσα από τη τύχη του,
να κυβερνά το κορμί σου, μέσα στη σιωπή της νύχτας,
μέσα στη μοναξιά, Εσύ θα δεις τον ΄Ανθρωπο,
της σιωπής και της μοναξιάς, κι ας χτυπούν
τα κύματα σ' ανεμοδαρμένο βράχο.

Κι έρχεται εκείνη η ώρα που τελειώνει η μέρα και
δεν έρχεται η άλλη την ώρα που χτυπούν
τα κύματα σ' ανεμοδαρμένο βράχο.
Εσύ είσαι εκείνος που πρέπει τον καιρό να βρεις,
πρέπει να τον ζητήσεις, για να τον βρει τουλάχιστον
κάποιος άλλος άνθρωπος, όταν εσύ θα έχεις πια πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που πηγαίνουν τη νύχτα κοντά στη θάλασσα
και με τις φωνές τους σκεπάζουν τους ήχους, απ' τους χτύπους
των κυμάτων, στον ανεμοδαρμένο βράχο,
μέσα στη ζεστή αυτή ατελείωτη νύχτα.

Μα Εσύ, που ήξερες στ' αλήθεια, τη χάρη του βράχου,
να τον χτυπούν τα ανεμοδαρμένα κύματα, το βράδυ,
που έπεσε η γαλήνη και η νηνεμία,
΄Ανθρωπε, εσύ άκουσες από μακρυά την ανθρώπινη φωνή
της σιωπής και της μοναξιάς, μέσα στο ζεστό κορμί σου.

Τη νύχτα εκείνη της Μεγάλης Γιορτής,
όταν έπαψαν τα κύματα να χτυπούν
τον ανεμοδαρμένο βράχο.
Δημοσίευση σχολίου