Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017


Μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή.. - Γιούλη Τσουρεκά


Στις 4 Αυγούστου 1936 ο Ι. Μεταξάς επιβάλλει το δικτατορικό καθεστώς στην Ελλάδα. Ο πατέρας μου ήταν μόλις δέκα χρονών παιδί, ορφανός από πατέρα από τα τέσσερά του χρόνια. Πήγαινε τετάρτη δημοτικού. Έχασε και μία σχολική χρονιά λόγω απουσιών κι αυτό διότι είχε αρρωστήσει από βαριά πνευμονία, αλλά και από το γεγονός ότι η μητέρα του, η γιαγιά μου έκανε κάθε τι που μπορούσε για να αποφύγει την "στράτευση" του γιου της στη νεολαία του Ι.Μεταξά στην Ε.Ο.Ν., στην οποία τελικά κατάφερε να μην "στρατευτεί" στο φασιστικό μόρφωμα της εποχής εκείνης. Πέτρινα Χρόνια. Δύσκολα από κάθε πλευρά και όπως πάντα για τα φτωχά και αδύναμα στρώματα του Κόσμου. Ο πατέρας, συνέχιζε το σχολείο και ταυτόχρονα δούλευε ως μικροπωλητής με τους ξηρούς καρπούς στα θεάματα της Αθήνας, επίσης πήγαινε τις Κυριακές στον "Βασιλικό" - Εθνικό Κήπο, - Βασιλικός λέγονταν βέβαια ακόμη λόγω και της Βασιλείας στην Ελλάδα και έμεινε καθότι τον είχε επιμεληθεί η πρώτη ξενόφερτη βασίλισσα στην Ελλάδα, η Αμαλία. Επί Εποχής Βασιλέα Όθωνα. Έτσι πήγαινε και στο Ζάππειο και στην Αίγλη που από εκείνα τα χρόνια ήταν το στέκι των Αστών της Εποχής αλλά και πολλών ανθρώπων του καλλιτεχνικού χώρου, όπως ζωγράφων, γλυπτών, ηθοποιών, λογοτεχνών, ποιητών και γενικά ανθρώπων του πνεύματος της δεκαετίας του 1930. Έτσι λοιπόν ξεκινώντας την Πέμπτη Τάξη του Δημοτικού τον Οκτώβρη του 1940 κηρύσσεται ο Ελληνο-Αλβανικός Πόλεμος. Ως τις αρχές του Δεκέμβρη τα πράγματα στην Αθήνα ήσαν κάπως καλά, ο Κόσμος μπορούσε να βρει λίγα βασικά τρόφιμα όμως κι αυτά πανάκριβα για τα βαλάντια των λαϊκών στρωμάτων. Κι έρχεται ο τρομερός Χειμώνας του 1941, που όμοιό του δεν είχε ζήσει το Κέντρο της Αθήνας και οι πολίτες της. Γυναικόπαιδα κατά βάσει, εφόσον η πλειοψηφία των αντρών πολεμούσαν στο Αλβανικό Μέτωπο τους Ιταλούς. Καθημερινές χιονοθύελλες, αφόρητο κρύο, έλλειψη φαγητού και θέρμανσης και έτσι ξεκινάει ο μεγάλος λιμός στην Αθήνα και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας μας. Ο Μεγάλος Λιμός στην Ελλάδα (1941-1944) κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής της χώρα από τις δυνάμεις του Άξονα, υπήρξε το αποτέλεσμα κυρίως των αυθαιρεσιών των κατακτητών εις βάρος της χώρας. Τα περισσότερα θύματα, που στο σύνολό τους υπήρξαν εκατοντάδες χιλιάδες, ήταν στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Ιδιαίτερα ο πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942 υπήρξε πολύνεκρος.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κατοχικές δυνάμεις, ΓερμανίαςΒουλγαρίας και Ιταλίας (Τριπλή Κατοχή της Ελλάδας) προχώρησαν σε συστηματική καταλήστευση των κατεχόμενων χωρών, καθώς τις θεωρούσαν πηγή πρώτων υλών, τροφίμων και εργατικού δυναμικού.[Η Ελλάδα βίωσε ιδιαίτερα έντονα την άμετρη δραστηριότητα των κατακτητών με αποτέλεσμα να υποστηριχθεί ότι βίωσε τον χειρότερο λιμό από τους αρχαίους χρόνους.
Με την κατάληψη της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, το ναζιστικό διοικητικό σύστημα είχε ως κύριο στόχο τη δημιουργία μιας στοιχειώδους κρατικής μηχανής στην Ελλάδα και την ύπαρξη πολλών πόλων εξουσίας. Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση σχηματίστηκε υπό τον Γεώργιο Τσολάκογλου λίγες ημέρες αφού είχε υπογράψει την συνθηκολόγηση της χώρας κατά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα.
Η Ελλάδα χωρίστηκε σε τρεις ζώνες κατοχής, οι Γερμανοί περιορίστηκαν σε περιοχές στρατηγικές σημασίας: θύλακες στην Αττική, Θεσσαλονίκη και κεντρική Μακεδονία, ορισμένα νησιά του Αιγαίου, το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης και την όχθη του Έβρου. Οι Ιταλοί κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας, ενώ οι Βούλγαροι την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη.
Εν τω μεταξύ τις λαϊκίστικες και "εθνοσωτήριες" δηλώσεις του ναζιστικού καθεστώτος αμέσως υπονόμευσε η επιβολή τριπλής κατοχής, με την επακόλουθη κατάληψη ελληνικών εδαφών από τον ιταλικό και τον βουλγαρικό στρατό. Πολύ σύντομα όμως θα ξεχαστούν και οι ανέξοδες φιλελληνικές διακηρύξεις των πρώτων ημερών θα μετατραπούν σε κατηγορίες κατά της ελληνικής κυβέρνησης ως "υπηρέτη" των βρετανικών συμφερόντων.
Ο ψευδεπίγραφος φιλελληνισμός και η δήθεν αναγνώριση της αρχαιοελληνικής καταγωγής των σύγχρονων Ελλήνων από τη ναζιστική ηγεσία, που προσωρινά ενισχύθηκε από τις πολεμικές επιτυχίες της Ελλάδας στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, υποτάχθηκε τελικά στα πλαίσια της "Νέας Τάξης" του Γ' Ράιχ: έγιναν δημοφιλείς πλέον οι απόψεις του Φαλμεράυερ, ότι οι Έλληνες έχουν φυλετικά διαβρωθεί και επομένως δεν έχουν θέση στις "ανώτερες" φυλετικές τάξεις.
Η δοσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν φυσικά αδύνατο να αμβλύνει τις συνέπειες της κατοχικής πραγματικότητας, του υπερπληθωρισμού και των ανεξέλεγκτων επιτάξεων. Χαρακτηριστικά, τα υπέρογκα έξοδα που "όφειλε" η Ελλάδα προς τους κατακτητές υπήρξαν τα υψηλότερα κατά κεφαλήν της κατεχόμενης Ευρώπης, που έφτασαν στο 113,7% του Εθνικού Εισοδήματος της χώρας. Επίσης η επιδρομή στα συναλλαγματικά αποθέματα των τραπεζών κατάφερε και αυτή καίρια πλήγματα στα οικονομικά μεγέθη.
Ήδη από τα μέσα Μαΐου του 1941, αξιωματούχοι του Γραφείου Πολεμικής Οικονομίας της Βέρμαχτ κατάσχεσαν όλα τα διαθέσιμα ζωτικής σημασίας εμπορεύματα και τα βιομηχανικά προϊόντα, προκειμένου να τα αποστείλουν στη Ναζιστική Γερμανία. Επίσης, εξασφάλισαν μακράς διάρκειας παραδόσεις για όλα τα σημαντικά ακατέργαστα υλικά και τα αγροτικά προϊόντα. Κατά παράβαση των κανόνων περί επιτάξεων σε κατεχόμενη χώρα, σύμφωνα με τους Κανονισμούς της Χάγης του 1907, οι γερμανικές και οι ιταλικές κατοχικές αρχές αντιμετώπισαν τα περισσότερα προϊόντα ως λάφυρα πολέμου.
Επιχειρήσεις που δεν δέχονταν να συνεργαστούν με τις κατοχικές αρχές, δημεύονταν και τα κινητά της περιουσιακά στοιχεία (μηχανήματα κάθε είδους) αποστέλλονταν στο Γ΄ Ράιχ για εκμετάλλευση.
Γενικότερα δεν ήταν προτεραιότητα του Γ΄ Ράιχ η προστασία των οικονομικών δομών των κατεχόμενων χωρών ή έστω η διατήρηση του ελάχιστου αποθεματικού σε τρόφιμα και πρώτες ύλες για την επιβίωση του πληθυσμού. Προείχε η στήριξη της στρατιωτικής μηχανής και η νίκη της Γερμανίας στον Παγκόσμιο Πόλεμο, που ήταν ασύμβατες με τις ανθρωπιστικές ανάγκες. Σε αυτά τα πλαίσια οι επιτάξεις και δεσμεύσεις δημόσιων και ιδιωτικών αποθεμάτων διοχετεύθηκαν για τη συντήρηση του γερμανικού στρατού και του γερμανικού πληθυσμού του Γ΄ Ράιχ. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του Γκέρινγκ:
Καρφί δεν μου καίγεται όταν μου λέτε ότι οι άνθρωποι της ζώνης ευθύνης σας πεθαίνουν από την πείνα. Αφήστε τους να πεθάνουν εφόσον έτσι δεν λιμοκτονεί κανένας Γερμανός.
Επιπρόσθετα λόγω και των πολεμικών συγκρούσεων που είχε βιώσει ο τόπος οι υποδομές ήταν κατεστραμμένες: γέφυρες, σιδηροδρομικό δίκτυο, αρδευτικά έργα. Από την άλλη πλευρά οι κατακτητές μετέτρεψαν την Ελλάδα σε βάση ανεφοδιασμού για τα γερμανικά στρατεύματα του Ρόμελ που βρίσκονταν τότε στην Βόρεια Αφρική. Η πλήρης αδιαφορία και καταδυνάστευση του άμαχου πληθυσμού από τις κατοχικές αρχές ήταν ποικιλόμορφη: οι μεταφορές τροφίμων από τη μία περιοχή στην άλλη ήταν αδύνατη και ως αποτέλεσμα σχεδόν ποτέ δεν έφτασε στην Αθήνα λάδι από την Κρήτη και τη Μυτιλήνη.
Οι παραδοσιακά εύφορες περιοχές της ανατολικής Μακεδονίας της Θράκης, που παρείχαν την πλειοψηφία των τροφίμων σε ολόκληρη την χώρα προπολεμικά, είχαν βρεθεί υπό βουλγαρική κατοχή. Οι βουλγαρικές αρχές δεν είχαν καμία διάθεση να διοχετεύσουν την παραγωγή προς την υπόλοιπη χώρα, αλλά πλέον μεταφέρονταν στο εσωτερικό της Βουλγαρίας.
Τον Σεπτέμβριο του 1941, και ενώ τα πρώτα σημάδια του λιμού διαφαίνονταν, η κυβέρνηση του Γ΄ Ράιχ δήλωνε:
...είναι πολύ πιο επείγον να στηρίξουμε με τρόφιμα το Βέλγιο και ίσως την Ολλανδία και τη Νορβηγία υπό το πρίσμα των στρατιωτικών μας προσπαθειών, από το να στηρίξουμε την Ελλάδα.
Εκτός από τον απάνθρωπο χαρακτήρα των κατοχικών αρχών, μερίδιο ευθύνης φέρει και η Αγγλική κυβέρνηση για την ανθρωπιστική καταστροφή στην Ελλάδα, με την επιβολή ναυτικού αποκλεισμού. Η απόφαση αυτή στέρησε τον ανεφοδιασμό της Ελλάδας με βασικά είδη διατροφής. Επιπρόσθετα, την κατάσταση επιδείνωσε ο ιδιαίτερα ψυχρός πρώτος κατοχικός χειμώνας του 1941-1942.
Ο λιμός έπληξε κυρίως τις μεγάλες πόλεις της χώρας: ΑθήναΠειραιάΘεσσαλονίκη, αλλά και τη νησιωτική Ελλάδα και ιδιαίτερα την Μύκονο, τη Σύρο και τη Χίο. Τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα υπήρξαν τα πιο ευάλωτα, ενώ στις λίστες των θανάτων μεγάλο τμήμα ήταν άνεργοι αλλά και οι εργάτες, οι συνταξιούχοι και οι υπάλληλοι καθώς το χρήμα έχανε ραγδαία την αξία του.
Πολλά θύματα υπήρξαν ανάμεσα στους στρατιώτες του αλβανικού μετώπου. Οι τραυματίες και ασθενείς είχαν αφεθεί στα νοσοκομεία χωρίς μέριμνα και οι υγιείς στρατιώτες από την επαρχία δεν μπορούσαν επιστρέψουν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και γίνονταν επαίτες στους δρόμους της Αθήνας και του Πειραιά.
Οι πρόσφυγες του 1922, που ήταν εγκατεστημένοι στα αστικά κέντρα, δοκιμάστηκαν σκληρά καθώς λίγα έτη από την άφιξή τους στη μητροπολιτική Ελλάδα, παρέμεναν σε παραπήγματα στις προσφυγικές γειτονιές των πόλεων. Με την οικονομική κρίση, πολλοί πρόσφυγες εργάτες σε βιομηχανίες και βιοτεχνίες έμειναν χωρίς εργασία και εισόδημα. Επιπλέον δεν είχαν κοινωνικές διασυνδέσεις με άλλους σε καλύτερη τύχη ούτε χωριά στην ύπαιθρο για να καταφύγουν και να επιβιώσουν.
Οι κάτοικοι είχαν εξοικειωθεί με την εικόνα του θανάτου στους δρόμους. Στα απομνημονεύματα του ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, περιγράφει την πρωτεύουσα της χώρας:
Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονται με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλακεία. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους, για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλο. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί.
Σύμφωνα με τα αρχεία των κατοχικών αρχών, που παρουσιάζουν πιο συντηρητικά το μέγεθος του λιμού, ο αριθμός των θανάτων τον χειμώνα του 1941-1942 εκτοξεύτηκε: ο μέσος όρος θανάτων τον Νοέμβριο του 1941 τετραπλασιάστηκε από τον αντίστοιχο της περιόδου 1931-1940, ενώ το διάστημα Ιανουαρίου-Μαρτίου εξαπλασιάστηκε. Φυσικά η έκταση της ανθρωπιστικής καταστροφής είναι ακόμη πιο δραματική, καθώς ένας μεγάλος αριθμός θανάτων δεν αναφέρονταν στις τότε αρχές. Πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονταν σκόπιμα, προκειμένου τα κουπόνια διατροφής που χρησιμοποιούσαν για τα συσσίτια χρησιμοποιηθούν κυρίως από συγγενείς τους.
Με το ένστικτο της επιβίωσης ιδιαίτερα έντονο, ο κόσμος άρχισε να εφευρίσκει ασυνήθιστες διατροφικές μεθόδους, έτσι συνώνυμο της κατοχικής πείνας γίνονται η μπομπότα, το κουκουτσάλευρο. Παρατηρήθηκαν περιπτώσεις βρώσης σκαντζόχοιρων, ημιόνων και χελωνών.
Τυχεροί μπορούν να θεωρηθούν όσοι ζούσαν σε μέρη όπου υπήρχε παραγωγική, αγροτική και κτηνοτροφική, δραστηριότητα, όσο επέτρεπαν οι κατοχικές συνθήκες. Έτσι στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο δεν σημειώθηκε εκτόξευση του αριθμού των θανάτων από λιμό, παρά μόνο όταν ξεκίνησαν στην περιοχή οι μαζικές εκκαθαρίσεις και εμπρησμοί, το 1943.

Συνεχίζεται...........................















Δημοσίευση σχολίου