Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017


Μυθιστόρημα : Χωρίς Επιστροφή .. - Γιούλη Τσουρεκά.

Στον πρωτόγνωρο βαρύ Χειμώνα του 1941 στην Αθήνα, με σχεδόν καθημερινές χιονοθύελλες μέση στη Πόλη των Αθηνών, με την πείνα να θερίζει και τούς πεινασμένους νεκρούς ανθρώπους να κείτονται στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, σε κάθε γωνιά και γειτονιά. Τους εγκατέλειπαν οι δυνάμεις τους από το βαρύ ψύχος, τις κακουχίες, την πείνα που δεν μπορούσαν να αντέξουν όταν περνούσαν πάνω από είκοσι ημέρες χωρίς φαγητό. Θέριζαν οι αρρώστιες, οι γαστρεντερίτιδες καθότι ο κόσμος έψαχνε στα σκουπίδια να φάει μία σάπια πατατόφλουδα. Όλα αυτό μέσα στο Κέντρο της Αθήνας. Στην Πλάκα όπου ζούσε ο πατέρας μου, συγκεκριμένα στα Αναφιώτικα τότε, δεν υπήρχε ούτε ψίχουλο. Η μητέρα του πού εξακολουθούσε να εργάζεται στο Νοσοκομείο Παίδων Νταού Πεντέλης, δεν μπορούσε να φέρει παρά μονάχα λίγο ψωμί ή μπομπότα. (Ψωμί με καλαμποκάλευρο κακής ποιότητας), αλλά όταν έχεις 15 μέρες να φας σού φαίνεται παντεσπάνι. Τι να λέμε τώρα.! Ακόμη και στο Νοσοκομείο, υπήρχε μεγάλη έλλειψη τροφίμων και όχι μόνον. Είχαν εγκαταλειφθεί και ρημαχθεί τα πάντα από τις δυνάμεις κατοχής των γερμανών, οι οποίοι είχαν επιτάξει όλες τις αποθήκες τροφίμων που υπήρχαν τόσο στην Πρωτεύουσα, όσο και στην υπόλοιπη Ελληνική Περιφέρεια. Αν και στην Ελληνική Περιφέρεια από θέμα φαγητού τα πράγματα ήσαν κάπως καλύτερα. Τον Φλεβάρη του 1941 ο πατέρας μου είχε να φάει πάνω από δεκαπέντε ημέρες. Έπινε πολύ νερό και έτρωγε μία φέτα ψωμί την ημέρα. Δεκατεσσάρων ετών παιδί στην εφηβεία του, που είναι επάνω στην σωματική, ψυχική και νοητική ανάπτυξή του ένας έφηβος, πως μπορεί να χορτάσει και να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού του με μία φέτα ψωμί ημερησίως? Φρόντιζε όσο μπορούσε να κοιμάται για ξεχνάει την πείνα του. Το κασελάκι με τους ξηρούς καρπούς δεν υπήρχε πια. Πού να βρεθούν προς πώλησή τους και ποιοι να τους αγοράσουν? Μία πήγαινε σχολείο μία δεν πήγαινε.. Έχω δει μία φωτογραφία του εκείνης της Εποχής, Κατοχική Φωτογραφία και είναι σαν ένα μικρό κλαράκι με κάτι ποδαράκια σαν καλαμάκια και με πρησμένη κοιλιά από την πείνα. Μία μέρα μαζί με συνομηλίκους του γείτονες από την Πλάκα αποφάσισαν να πάνε με τα πόδια ως τον Σταθμό Λαρίσης. Εκεί που είναι οι αναχωρήσεις των τραίνων. Είχε πέσει σύρμα, πληροφορία πως στην Κόρινθο έχει σταφίδες και θα πήγαιναν να πάρουν από τους χωρικούς ή ακόμη να να ξεχυθούν στα χωράφια για να μαζέψουν ό,τι φαγώσιμο θα έβρισκαν. Ασφαλώς και δεν έφυγαν ως κανονικοί επιβάτες μέσα στα βαγόνια.!! Αστείο Πράγμα.!! Χρειάζονταν εισιτήριο. Πού να το βρουν? Έτσι λοιπόν,  λίγο πριν ξεκινήσει το τραίνο με προορισμό την Κόρινθο, με το ξεκίνημά του, σκαρφάλωναν στις οροφές των βαγονιών και ναι, με αυτό το τρόπο ταξίδευαν ως το Νομό Κορινθίας με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους, τον οποίο κίνδυνο αφ΄ενός μεν δεν συναισθάνονταν , δεν είχαν την αίσθηση του κινδύνου, αφ΄ετέρου δε, ο στόχος τους ήταν συγκεκριμένος. Να φτάσουν όπου και όπως μπορούσαν για την προμήθεια των όποιων τροφίμων θα μπορούσαν στην ουσία να πάρουν από τα χωράφια ή με την επαιτεία από τους χωρικούς της περιοχής. Δυστυχώς δεν υπήρχαν πολλές λύσεις για επιβίωση, ούτε πολυτέλεια για τρόπους νόμιμης συμπεριφοράς, καθότι δεν είχαν καθόλου χρήματα. Η μαύρη αγορά στην Αθήνα θέριζε τον Κόσμο. Οι μαυραγορίτες και πολλοί εξ΄αυτών ήσαν και συνεργάτες των γερμανών, λυμαίνονταν τις όποιες λίγες οικονομίες των οικογενειών ή αντικείμενα που υπήρχαν στα σπίτια του κόσμου, είτε ακόμη τα ίδια τους τα σπίτια, για να τους δώσουν ως αντάλλαγμα μερικών ημερών επιβίωσης και ψευδαίσθησης να λυτρωθούν από την ανελέητη πείνα,  λίγο αλεύρι, ή λίγο ρύζι, ζάχαρη, ρεβύθια,  το να πάρεις λάδι δε,  αυτό κι αν ήταν! Οι μαυραγορίτες ζητούσαν και έπαιρναν σπίτια προκειμένου να δώσουν ένα ντενεκέ λάδι κι αυτό νοθευμένο.
Μόνο όλοι όσοι έζησαν τις κακουχίες γνωρίζουν τα μαρτύρια που βίωσε ο ελληνικός λαός στην γερμανική κατοχή.  Ο πατέρας μου, διηγώντας τα, πάντα έτρεχαν βρύσες αστείρευτες δάκρυα τα μάτια του..

Συνεχίζεται....................


Δημοσίευση σχολίου