Κυριακή, 26 Ιουλίου 2015

Η Θαλασσινή Εξέδρα {Γιούλη Τσουρεκά}



Η Θαλασσινή Εξέδρα {Γιούλη Τσουρεκά}

Μία φορά κι ένα καιρό στο Μαρμαρά,
λούζονταν μία Θαλασσινή Εξέδρα,
στα γυάλινα νερά της μαγεμένης μας Χαλκιδικής.


Λούζονταν στον ήλιο τον καυτό τα μεσημέρια
του Καλοκαιριού, μέσα στον όμορφο γιαλό.
Σα νύχτωνε ξεσάλωνε η Θαλασσινή Εξέδρα,
ξεφάντωνε σε μουσικές, έπνιγε
τα συναισθήματά της, μια στο ουίσκι,
μια στη βότκα, με πορτοκάλι.. ή χωρίς.

Έμοιαζε πως, Αγαπούσε πολύ
τις ατέλειωτες ζεστές νύχτες τού Αυγούστου,
ξημερωνόταν κι αντάμα της,
ξημερωνόμασταν κι εμείς,
αγκαλιά με μία αγάπη δυνατή σα το
κύμα το ατίθασο που ξεσπάει
τον αφρό του στην ακροθαλασσιά.

Σαν θυμώνει αυτό το κύμα στο Μαρμαρά,
κάθε βράδυ και κάθε αυγή ξανά μας
αγκαλιάζει μέσ΄ στην ηρεμία, την γαλήνη,
των γαλαζοπράσινων νερών του.

Δίχως Ορίζοντα, στο άπειρο, αγκαλιάζεται
η Θάλασσα με τον Ουρανό, ερωτοτροπούν
μπροστά στα έκπληκτα βλέμματά μας
που διασταυρώνονται τυφλωμένα,
αβυσσαλέα παθιασμένα κάτω από τον
καυτό ήλιο, σαν ξέγνοιαστοι παίζαμε με την
άμμο και πάλι βουτιές στο κυκλικό
γαλάζιο, περιμένοντας τ΄απόβραδο
να δροσίσουμε τις πατούσες μας
στη Θαλασσινή Εξέδρα μας στο Μαρμαρά.

Ζούσαμε στο γιαλό ολημερίς, λουζόμασταν
με θαλασσινό νερό, στεγνώναμε στον ήλιο.

Παίζαμε σαν παιδιά, χαζεύαμε τους γλάρους
που πετούσαν πεινασμένοι από πάνω μας και,
μου΄ δειχνες θυμάμαι, να, πως έπιαναν
τ΄αφρόψαρα με το καμακωτό τους ράμφος.

Χελιδόνια τιτίβιζαν τα πρωϊνά στην αυλή
του σπιτιού, εκεί όπου είχαν από χρόνια
χτίσει τις φωλιές τους και μας ξυπνούσαν
απ΄τον βαθύ μας ύπνο, μετά τον
ακατάπαυστο ως το χάραμα έρωτά μας.

Ένα βράδυ, τελευταίο, πήγαμε στη
Θαλασσινή Εξέδρα μας
να καθίσουμε στο ξύλινο κάθισμά της,
να πιούμε βότκα πορτοκάλι, πολύ νερό,
να ξεδιψάσουμε και μετά να
μεθύσουμε απ΄την αγάπη μας.

Να σβήσουμε της ερωτικής δίψας μας
το πάθος, αν είναι δυνατόν αυτό,
ως ότου να πάμε αγκαλιασμένοι σφιχτά
στο μικρό δωμάτιο του πόθου μας,
βρέχοντας τα πόδια μας ως πάνω ψηλά,
στην αγαπημένη μας Θαλασσινή Εξέδρα.

Μας χάζευαν τα πουλιά, τα κύματα,
τα φώτα της νύχτας τρεμόπαιζαν
στα ερωτευμένα μάτια μας.

Αργά, προς το ξημέρωμα μία
βροχή μας βρήκε
αγκαλιασμένους
στη Θαλασσινή Εξέδρα μας.

Ζήλεψε τον Έρωτά μας και,
ξάφνου, έσπασε και πάει..
χάθηκε η Θαλασσινιά μας..

Είναι χρόνια που κείτεται
δίχως πια να μας φιλοξενεί,
παρά μονάχα μας θυμάται,
ναι είμαι σίγουρη,
σαν χθες την είδα στο
όνειρό μου να μου μιλάει
για σένα, για μένα,
για τις τρέλες μας
Εκείνο Το Καλοκαίρι
η Θαλασσινή Εξέδρα μας,
που τώρα δα, ναι, Ζει..

Ζει κοντά στο γιαλό,
λούζεται ολημερίς, οληνυχτίς
μα, όμως μάς θυμάται
η Θαλασσινή Εξέδρα,
των άρρηκτων αναμνήσεων
μίας θαλασσινής εξέδρας,
που αγκάλιασε έναν Έρωτα
Μεγάλο, Που Πέρασε,
όμως τα σημάδια του
ανεξίτηλα είναι βαμμένα
με τα χρώματα του Ουράνιου Τόξου,
στη βυθισμένη πια,
Θαλασσινή Εξέδρα μας. {Γιούλη Τσουρεκά}
Δημοσίευση σχολίου